Η φτώχεια δυσκολεύει την μάθηση

Σύμφωνα με τους ερευνητές, η μειωμένη ικανότητα της εν ενεργεία μνήμης των φτωχών, σχεδόν σίγουρα αποτελεί συνέπεια του αυξημένου άγχους

poverty_choldren Η φτώχεια φέρνει άγχος, επηρεάζει τις δύο περιοχές του εγκεφάλου και μειώνει την ικανότητα της μνήμης των παιδιών με αποτέλεσμα δυσκολίες στη μάθηση. Αποτέλεσμα αυτών είναι όταν μεγαλώσουν, να υστερούν από πλευράς γνώσεων και η φτώχεια τους να αναπαράγεται.

Πριν από χρόνια, η Μάρθα Φαράχ του πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια, έδειξε ότι η εν ενεργεία μνήμη των φτωχών παιδιών έχει μικρότερη ικανότητα κατά μέσο όρο σε σχέση με την αντίστοιχη μνήμη των παιδιών της μεσαίας τάξης.

Το συγκεκριμένο είδος μνήμης αφορά την ικανότητα του ατόμου να κρατάει πληροφορίες για τρέχουσα χρήση, π.χ. έναν τηλεφωνικό αριθμό.

Η ικανότητα αυτή θεωρείται ζωτική για πολλές δραστηριότητες, ειδικά εκπαιδευτικές, όπως η εκμάθηση ξένων γλωσσών, η ανάγνωση, η επίλυση προβλημάτων κ.α.

Μετά από αυτή την ανακάλυψη, έρχεται τώρα μια νέα μελέτη, των Γκάρι Έβανς και Μισέλ Σάμπεργκ του πανεπιστημίου Κορνέλ, η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό PNAS της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών των ΗΠΑ.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, η μειωμένη ικανότητα της εν ενεργεία μνήμης των φτωχών, σχεδόν σίγουρα αποτελεί συνέπεια του αυξημένου άγχους που έχουν λόγω της ανατροφής τους σε ένα περιβάλλον γεμάτο στερήσεις, ένταση και μειωμένα ερεθίσματα, πράγμα που επηρεάζει αρνητικά την ανάπτυξη του παιδικού εγκεφάλου.

Μελετώντας μεγάλη ομάδα εθελοντών, με βάση μια σειρά δείκτες του άγχους, οι ερευνητές επιβεβαίωσαν ότι τα φτωχά παιδιά έχουν όντως βιώσει επί χρόνια αυξημένα επίπεδα άγχους κατά την ανάπτυξή τους σε σχέση με τα παιδιά της μεσαίας τάξης.

Όσα παιδιά έχουν περάσει όλη τη ζωή τους στη φτώχεια, μπορούν κατά μέσο όρο να κρατήσουν 8,5 αντικείμενα στη μνήμη τους οποιαδήποτε στιγμή, έναντι 9,4 αντικειμένων ενός παιδιού μεσαίας τάξης, ενώ όσα παιδιά είχαν μικτές οικονομικές και κοινωνικές εμπειρίες, βρίσκονται κάπου στη μέση.

Με μια σειρά άλλων τεστ, οι ερευνητές επιβεβαίωσαν ότι η αυτή η διαφορά προκαλείται από τα διαφορετικά επίπεδα συσσωρευμένου άγχους και από τίποτε άλλο.

Αφήστε μια απάντηση