Γνωστική συμπεριφορική ψυχοθεραπεία

“Η ψυχική μας γαλήνη πηγάζει από τη γνώση ότι αυτό που μας αναστατώνει δεν είναι τα πράγματα, αλλά η ερμηνεία μας για τα πράγματα.”

Η Γνωστική (ή Γνωσιακή) Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία είναι μια ψυχολογική θεραπεία η οποία βασίζεται σε επιστημονικές αρχές και για την οποία η έρευνα έχει δείξει ότι είναι αποτελεσματική σε ένα μεγάλο εύρος προβλημάτων.

cognitive-

Ο όρος γνωσιακή αναφέρεται στον τρόπο σκέψης κάθε ανθρώπου ( γνωσία = σκέψη, ερμηνεία). Βασική αρχή της γνωσιακής αποτελεί η ιδέα ότι τα συναισθήματα και οι συμπεριφορές μας δεν είναι άμεσο αποτέλεσμα των γεγονότων που συμβαίνουν, αλλά του τρόπου με το οποίον εμείς ερμηνεύουμε τα γεγονότα. Οι ερμηνείες μας εξαρτώνται από τα «φίλτρα» που χρησιμοποιούμε όταν σκεφτόμαστε ένα γεγονός και μπορεί να μας οδηγήσουν σε αρνητικά συμπεράσματα τόσο για τον εαυτό μας όσο και για τον κόσμο γύρω μας. Τα φίλτρα αυτά έχουν διαμορφωθεί με βάση τα βιώματά μας, την ανατροφή μας και τις προσωπικές μας αξίες και πεποιθήσεις.

Ο όρος συμπεριφοριστική αναφέρεται στον τρόπο που αντιδρούμε σε κάθε γεγονός βάσει της ερμηνείας που έχουμε κάνει. Η συμπεριφοριστική αρχή υποστηρίζει ότι η συμπεριφορά μας αποτελεί προϊόν μάθησης και ως τέτοιο μπορεί να μαθευτεί από την αρχή.

Οι ασθενείς δουλεύουν μαζί με τον θεραπευτή για να αναγνωρίσουν και να κατανοήσουν τα προβλήματα με βάση τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στις σκέψεις, τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά. Η θεραπεία συνήθως εστιάζεται στις δυσκολίες του εδώ και τώρα και βασίζεται στην ανάπτυξη μιας κοινής ανάμεσα στον θεραπευτή και τον ασθενή άποψης για τα προβλήματα του ασθενούς.

Η διαδικασία αυτή οδηγεί στον καθορισμό των προσωπικών και άμεσων στόχων και στρατηγικών στη θεραπεία, κάτι το οποίο συνεχώς παρακολουθείται και αξιολογείται. Η Γνωστική (ή Γνωσιακή) Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία μπορεί να λειτουργήσει τόσο ατομικά, όσο και με οικογένειες ή ομάδες. Η θεραπεία αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί και να βοηθήσει τον καθένα, ανεξάρτητα από σωματική ικανότητα, πολιτισμική καταγωγή, φυλή, φύλο ή σεξουαλική προτίμηση.

Το παράδειγμα που ακολουθεί δείχνει τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να μας επηρεάσουν οι σκέψεις μας, τα συναισθήματα μας και η συμπεριφορά μας.

“Η Μαίρη είχε σχεδόν κοιμηθεί και μέχρι να καταφέρει να σηκώσει το τηλέφωνο, το τηλέφωνο είχε πάψει να χτυπάει. Η Μαίρη υπέφερε τον τελευταίο καιρό από άγχος και κατάθλιψη. Αυτό που ήρθε αμέσως στο μυαλό της ήταν η κόρη της η Ιωάννα, η οποία είχε πρόσφατα μετακομίσει στη Θεσσαλονίκη.

Η Μαίρη σκέφθηκε “Κάτι συνέβη στην Ιωάννα. Αυτοί που μου τηλεφώνησαν ήταν από την αστυνομία για να μου πουν ότι η Ιωάννα είχε ένα σοβαρό ατύχημα”.

Ένιωσε να σφίγγεται το στομάχι της και η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά στην ιδέα ότι κάτι μπορεί να είχε συμβεί στην Ιωάννα. Οι σκέψεις έτρεχαν ασταμάτητα στο μυαλό της και άρχισε να φοβάται ότι θα τρελαθεί. Τηλεφώνησε πολλές φορές στο σπίτι της Ιωάννας, αλλά δεν πήρε καμία απάντηση. Αυτό επιβεβαίωσε τους φόβους της ότι όντως κάτι κακό είχε συμβεί στην κόρη της.

Η Μαίρη ένιωθε τέτοιο πανικό ώστε έμεινε ξάγρυπνη όλη νύχτα παρά το ότι πήρε επιπλέον χάπι. Ένιωθε τρόμο στη σκέψη των όσων θα μπορούσαν να είχαν συμβεί και σκέφθηκε ακόμη και το να αρχίσει να τ τηλεφωνεί στα νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης. Τελικά, όταν ξημέρωσε, έμαθε από την Ιωάννα ότι είχε κοιμηθεί σε μια φίλη της και ότι ήταν καλά. Εντούτοις, η Μαίρη εξακολούθησε να αισθάνεται πολύ άσχημα και ανήμπορη να πάει στη δουλειά της”.

“Η Μαίρη είχε σχεδόν κοιμηθεί και μέχρι να καταφέρει να σηκώσει το τηλέφωνο, το τηλέφωνο είχε πάψει να χτυπάει. Η Μαίρη υπέφερε τον τελευταίο καιρό από άγχος και κατάθλιψη. Αυτό που ήρθε αμέσως στο μυαλό της ήταν η κόρη της η Ιωάννα, η οποία είχε πρόσφατα μετακομίσει στη Θεσσαλονίκη. Η Μαίρη σκέφθηκε “Κάτι συνέβη στην Ιωάννα. Αυτοί που μου τηλεφώνησαν ήταν από την αστυνομία για να μου πουν ότι η Ιωάννα είχε ένα σοβαρό ατύχημα”. Ένιωσε να σφίγγεται το στομάχι της και η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά στην ιδέα ότι κάτι μπορεί να είχε συμβεί στην Ιωάννα. Οι σκέψεις έτρεχαν ασταμάτητα στο μυαλό της και άρχισε να φοβάται ότι θα τρελαθεί. Τηλεφώνησε πολλές φορές στο σπίτι της Ιωάννας, αλλά δεν πήρε καμία απάντηση. Αυτό επιβεβαίωσε τους φόβους της ότι όντως κάτι κακό είχε συμβεί στην κόρη της. Η Μαίρη ένιωθε τέτοιο πανικό ώστε έμεινε ξάγρυπνη όλη νύχτα παρά το ότι πήρε επιπλέον χάπι. Ένιωθε τρόμο στη σκέψη των όσων θα μπορούσαν να είχαν συμβεί και σκέφθηκε ακόμη και το να αρχίσει να τηλεφωνεί στα νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης. Τελικά, όταν ξημέρωσε, έμαθε από την Ιωάννα ότι είχε κοιμηθεί σε μια φίλη της και ότι ήταν καλά. Εντούτοις, η Μαίρη εξακολούθησε να αισθάνεται πολύ άσχημα και ανήμπορη να πάει στη δουλειά της”.